
‘Γυναίκα σωριασμένη, γδυμένη, με τις κόρες ανεστραμμένες. Όνειρο απουσίας, και όχι ηδονής. Έτσι απούσα, η γυναίκα αυτή είναι μάλλον το ίδιο το κακό παρά ανυπόμονη να χύσει – το κακό, η ανάγκη να απαρνηθούμε την τάξη χωρίς την οποία η ζωή μας θα ήταν ανέφικτη.’
‘Οι δύο πιο κοινές εικόνες: ο σταυρός, ο πούτσος.’
‘Αγαλλιάζω με τις περασμένες ακολασίες μου. Τις αναπολώ για ώρα με πρόστυχες λεπτομέρειες. Με κάνουν ευτυχισμένο τις πιο πολλές φορές. Η γεύση ενός κώλου, ενός στόματος, ενός στήθους, και κυρίως η αίσθηση της γυμνότητας: μια κοπέλα απείρως πιο γυμνή από οποιαδήποτε άλλη, παραδόξως γυμνή, άλλοτε με τις κάλτσες, τη ζώνη, το παλτό της, άλλοτε θεόγυμνη, ξυπόλυτη. Αλλά πάντοτε η πίσω σχισμή δεκτική στο βλέμμα μου, στο χέρι μου – ενίοτε δε και σε βλέμματα άλλων… Πόσο βαθύ είναι το στόμα μιας κοπέλας –πιο βαθύ κι απ’ τη νύχτα, κι απ’ τον ουρανό– λόγω του έκθετου πισινού της! Ένα οικείο χάδι στη σχισμή, και το στόμα γεμίζει τρόμο, γίνεται φλογερό, θεϊκό… Άλλες κοπέλες είναι άνοστες, με μύτρα και κώλο μεν, αλλά τόσο γυμνές όσο ένα μήλο… Ναι, αλλά η πραγματική γυμνότητα, δριμεία, μητρική, σιωπηρά λευκή και περιττωματική σαν στάβλος, τούτη η βακχική αλήθεια, με πούτσες στα σκέλια και στα χείλη, είναι η ύψιστη αλήθεια της γης, αυθυποβλητικά ιαματική και με την επιθυμία να παραμένει στη σκιά, αποδεχόμενη ατάραχα τη μοίρα της ως καταδικασμένης, για να μην ανοίγει ποτέ παρά μόνο νεκρώσιμα μάτια.’
Ζορζ Μπατάιγ, Ο μικρός, μτφρ. Άγγελος Μουταφίδης, εκδ. Affect Editions

















